Indie Game Review: Firewatch (2016)

Indie Game Review: Firewatch (2016)

Καλή χρονιά (αν και λίγο αργοπορημένα) σε όλους.

Η αγορά για τα indie games κατακλύζεται κάθε μήνα με καινούργιους τίτλους και το να τους δοκιμάσει κανείς στην ολότητά τους είναι τόσο χρονοβόρο όσο και ανούσιο. Με λίγο ψάξιμο όμως ξεχωρίζουν μερικά διαμάντια που αξίζουν την προσοχή μας γιατί φέρνουν -αθόρυβα πολλές φορές- την επανάσταση στο είδος τους και ανεβάζουν τον πήχη ψηλότερα για το μέλλον. Ένας τέτοιος τίτλος είναι και το Firewatch.

Το Firewatch ανήκει στα Walking Simulators, μια κατηγορία παιχνιδιών με λίγα μόνο ονόματα να ξεφεύγουν από το βάλτο της μονοτονίας, για λόγους που θα καταλάβετε παρακάτω. Ο τίτλος βγήκε στην αγορά για PC πριν από ένα χρόνο, και για τις κονσόλες (PS4 και Xbox One) τους μήνες που ακολούθησαν. Η ιδέα για τον τίτλο γεννήθηκε στην εταιρία Campo Santo, μια ομάδα από εξαιρετικούς σχεδιαστές και καλλιτέχνες με πολύχρονη εμπειρία στο χώρο του gaming design και πολλούς τίτλους στο ενεργητικό τους. Η ίδια εταιρία μαζί με την Panic έφτιαξαν το τελικό προιόν.

Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Henry, ένας άντρας κοντά στα 40, ο οποίος για να ξεφύγει από το δύσκολο γάμο του αποφασίζει να δουλέψει για ένα καλοκαίρι ως δασοφύλακας σε ένα σχετικά απομονωμένο τομέα του εθνικού δρυμού Yellowstone στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το έτος είναι 1989 και η τεχνολογία αντίστοιχη της εποχής, χωρίς κινητά τηλέφωνα ή άλλες ανέσεις. Η καθημερινότητά του συνοψίζεται αρχικά σε παρατήρηση του περιβάλλοντος για πιθανές πυρκαγιές. Μιας και βρισκόμαστε σε ένα game όμως, γνωρίζουμε πως τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά.

Ήδη από την πρώτη στιγμή η αφήγηση σε δένει με το χαρακτήρα. Μέσα από λίγες προτάσεις μαθαίνει κανεις το παρελθόν και τα γεγονότα που ώθησαν το Henry στο να επιλέξει ένα ολόκληρο καλοκαίρι σε έναν πύργο δασοφύλακα. Αισθάνεται ήδη από την πρώτη μέρα τη μοναξιά που μπορεί να νιώθει και ο ήρωας μας.Δε συναντά πολλούς ανθρώπους ή πολλά άγρια ζώα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να πεθάνει in-game. Δεν υπάρχουν μάχες και όπλα για να χρησιμοποιήσει. Κυρίως περπατά, με αργό ή γρήγορο ρυθμό μέσα στο μεγάλο κόσμο του παιχνιδιού. Αυτό φυσικά είναι προβλέψιμο, μιας και ανέφερα πως πρόκειται για Walking Simulator, και ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως κακό υλικό για ένα διαδραστικό παιχνίδι. Για παλαιότερους τίτλους αυτό θα ήταν αλήθεια, όχι όμως εδώ.

Δε θα μπω σε πολλές λεπτομέρειες για την ιστορία, θα περιοριστώ μόνο στο να πω πως υπάρχει ένα μυστήριο στον τομέα που βρίσκεται ο Henry και θα χρειαστεί να περάσουν πολλές ημέρες (του παιχνιδιού) για να βρεθεί μια εξήγηση στο τι συνέβη πριν έρθει αυτός, καθώς και κατά τη διάρκεια της καθημερινής περιπολίας του. Οι ημέρες λειτουργούν σαν κεφάλαια της ιστορίας και πολλές φορές δεν ακολουθούν η μία την άλλη, αλλά υπάρχουν κενά εως και μηνών μεταξύ των επεισοδίων της πλοκής.

Ο παίκτης μπορεί να πάει παντού και να αλληλεπιδρά σχεδόν με τα πάντα στον κόσμο, λίγα όμως αντικείμενα του είναι χρήσιμα. Ένας χάρτης, μία πυξίδα και ένας ασύρματος είναι οι μόνιμοι σύντροφοί του, και μια ντουζίνα ακόμα μικροπράγματα που ξεκλειδώνουν νέες περιοχές και προωθούν την ιστορία. Ο χάρτης και η πυξίδα είναι απλά στη χρήση τους, αν και πρέπει κανείς να μπορεί να προσανατολίζεται στο χώρο, μιας και πρέπει να μην κινείται για να διαβάζει το χάρτη. Ο ασύρματος είναι πολύ πιο ενδιαφέρων. Μέσω αυτού ο Henry μπορεί να συνομιλεί με το δεύτερο μα αφανή πρωταγωνιστή της ιστορίας, μια παλαίμαχη δασοφύλακα από ένα διπλανό σταθμό, τη Delilah. Αυτή τον καθοδηγεί στα αρχικά του βήματα, του εξηγεί τη φύση της δουλειάς του και του δίνει διαταγές για το τι να κάνει και με ποιον τρόπο. Η Delilah βρίσκεται μονίμως στην άλλη άκρη του ασυρμάτου του Henry και διάλογος υπάρχει για ό,τιδήποτε βλέπει, μαζεύει ή αντιλαμβάνεται. Είναι εν δυνάμει η μόνη του συντροφιά, πέρα από τις σκέψεις του.

Εδώ βρίσκεται και το πρώτο (και κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο) πλεονέκτημα του παιχνιδιού. Οι διάλογοι και το σενάριο του παιχνιδιού είναι ένα από τα καλύτερα που έχουν γραφτεί ποτέ. Μέσα από τα όσα λέγονται μεταξύ των δύο ηρώων, ανακαλύπτει ο παίκτης δύο πλήρεις χαρακτήρες, με τις σκέψεις τους, τους προβληματισμούς τους,το δύσκολο παρελθόν τους και την ανάγκη τους ακόμα να ξεχνούν τα βάσανά τους με μια μικρή δόση χιούμορ. Άλλοτε ο διάλογος είναι ανάλαφρος, άλλοτε υπάρχει μια δόση φλερτ, άλλοτε ανησυχία, άλλοτε παράνοια. Κανείς από τους δύο δεν είναι ένας τέλειος χαρακτήρας gaming που σκοτώνει τα πάντα και ξέρει τα πάντα. Είναι απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν σε μία ιστορία και αντιδρούν όπως θα αντιδρούσε ο καθένας. Αυτό είναι το στοιχείο που με έκανε να δεθώ τόσο με τον Henry, ήδη από την αρχή του παιχνιδιού, να στεναχωρηθώ σε ένα βαθμό για την ανάγκη του να μείνει μόνος στη μέση του πουθενά, και να χαίρομαι όταν, ανοίγοντας ξανά τον ασύρματο, η Delilah βρίσκεται εκεί για να αστειευτεί στην αρχή και μετά να με καθοδηγήσει. Είναι ένα μικρό αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης και γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακό από το γεγονός πως βλέπουμε μόνο τα χέρια του Henry, ενώ η Delilah δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια φωνή στον ασύρματο (δεν την βλέπουμε ποτέ).

Η ιστορία εξελίσσεται γραμμικά, με τέτοιο τρόπο δηλαδή που πολλές επιλογές του παίκτη ίσως να μην έχουν σημασία, είτε είναι στις πράξεις είτε στα λόγια του. Αυτό ίσως ενοχλήσει πολλούς παίκτες, που περιμένουν από ένα παιχνίδι την ευκαιρία να ζήσουν τη μοναδική τους περιπέτεια. Το Firewatch δε σας επιτρέπει να πείτε την ιστορία σας, αντίθετα σας λέει τη δική του. Ο ρυθμός που εξελίσσεται η πλοκή μπορεί να σας φανεί αργός κάποιες φορές και το τέλος άλλους τους βάζει σε σκέψη και άλλους τους απογοητεύει ελαφρώς. Πρέπει να προσθέσω και το πολύ περπάτημα που αναγκαστικά πρέπει να κάνετε ανάμεσα σε μερικά objectives, αν και το γυρω τοπίο με τα χρώματα και την κίνηση των δέντρων είναι σαν πίνακας ζωγραφικής και θα σας κάνει να νιώσετε σαν να κάνετε στην πραγματικότητα βόλτα στο δάσος, αν φυσικά η βόλτα συνοδευόταν και από υπέροχη μουσική. Κάποια στιγμή στο παιχνίδι σχεδόν ξεχάστηκα, μα η Delilah με ξύπνησε από το λήθαργο μου.

Το παιχνίδι τερματίζεται γρήγορα, μιας και θέλει περίπου 4 ώρες gameplay. Η Campo Santo το Νοέμβρη έβγαλε στην αγορά ένα patch που αφαιρεί τα quest και επιτρέπει στον παίκτη απλά να περιφέρεται στο χάρτη και να παρατηρεί το φανταστικό σκηνικό, να ανακαλύψει τυχόν ανεξερεύνητες ως τότε περιοχές και ένα πολύ χαριτωμένο κατοικίδιο, αν δεν το έχει κάνει ήδη (συγγνώμη για το spoiler). Το free-roam mode ξεκλειδώνεται μετά το τέλος της ιστορίας.

Συνοψίζοντας, στα θετικά του παιχνιδιού βάζω τον εξαιρετικό διάλογο, τα υπέροχα γραφικά, την πολύ καλή μουσική και το μεγάλο επίτευγμα των δημιουργών να φτιάξουν μια τόσο ολοκληρωμένη ιστορία με πλοκή και συμπαγείς χαρακτήρες χρησιμοποιώντας τόσο λίγα μέσα -ένα μινιμαλιστικό καλλιτέχνημα. Στα αρνητικά βάζω την απουσία ουσιαστικής ελευθερίας από την πλευρα του παίκτη στην εξέλιξη της πλοκής, τη γραμμικότητα της ιστορίας και το τέλος που με άφησε με μια μικρή στεναχώρια, σα να περίμενα κάτι περισσότερο.

Ένα χρόνο μετά την είσοδο του στις αγορές,το Firewatch είναι ένα παιχνίδι που συνεχίζει να παίζεται, και για πολύ καλό λόγο. Είναι ουσιαστικά η μετατροπή σε game ενός μυθιστορήματος, και μπορεί να καθηλώσει τον παίκτη με την ίδια ευκολία που θα το έκανε ένα καλό βιβλίο μυστηρίου. Μιλά για τη μοναξιά, τις κακές αναμνήσεις, την ανάγκη για επικοινωνία και τη δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ δυο ατόμων που δε βλέπονται ποτέ. Θα έλεγε κανείς πως είναι και μια αλληγορία της εποχής μας. Για πολλούς ίσως θα είναι ένα βιβλίο που θα διαβάσουν μια μόνο φορά, μα πιστεύω ακράδαντα πως πρέπει να το διαβάσουν, γιατί δεν ξεχνιέται εύκολα. Αν αληθεύει μάλιστα η φήμη πως η Campo Santo σε συνεργασία με την Good Universe ετοιμάζουν και ταινία βασισμένη στον τίτλο, θα είναι μια ευκαιρία να δούμε το Henry ακριβώς όπως τον φαντάστηκαν οι δημιουργοί του, και να τον συγκρίνουμε με ό,τι πλάσαμε στο νου μας τις ώρες που ταυτιστήκαμε με αυτόν.

Αυτή είναι η γνώμη μου. Η τελική ετυμηγορία δική σας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

*